Εκεί που συμβαίνουν όλα.
Μάζεψε τα έπιπλα των γονιών του και τά ‘βγαλε στο δρόμο. Τα στοίβαξε όπως-όπως στο χωράφι απέναντι από το πατρικό του και έμεινε να τα κοιτάζει. Για μέρες σκεφτόταν πως είχε έρθει ο καιρός να ξεσπιτώσει τις μνήμες του, να δώσει μια και να ξαποστείλει όσα σήμαιναν γι΄αυτόν οι παλιατζούρες των δικών του. Αφορμή για την απόφαση του, ίσως και πρόφαση, ήταν η έντονη μυρωδιά σαπισμένου ξύλου που ανέδιδαν τα έπιπλα. Ένιωθε να τον πνίγει κάθε φορά που ξάπλωνε στο κρεβάτι του να ηρεμήσει από τον κόπο της μέρας. Τρύπωνε η οσμή στα ρουθούνια του κι ανακαλούσε όσα δεν ήθελε να σκέφτεται. Σηκωνόταν ξαφνικά ο πατέρας από τον μεσημεριανό του ύπνο κι έψαχνε στο κομοδίνο να βρει τα γυαλιά του. Πεταγόταν η μάνα μεσάνυχτα κι έριχνε ναφθαλίνη στη ντουλάπα να γλιτώσει από το σκόρο το καλό της ταγέρ. Επέμενε η όξινη μυρωδιά του φουσκωμένου από το νερό ξύλου να κρατάει στο σπίτι τις ζωές τους. Άναψε τσιγάρο, ρούφηξε βαθιά και συνέχισε να κοιτάζει τα παρατημένα έπιπλα στο χωράφι. “Οι νεκροί με τους νεκρούς”, σκέφτηκε. Εκεί απέναντι από το πατρικό του, στο χωράφι που κάποτε θέριευαν οι αμυγδαλιές και οι εχίνοπες είχαν συμβεί όλα. Εκεί απέναντι στο χωράφι, σ΄αυτόν τον καθρέπτη της μυστικής του ζωής, είχε δει το σώμα του να μεγαλώνει. Να σβήνει το αγόρι από την ήβη του και να γεννιέται ο άντρας. Να πεθαίνει το αγόρι που μιλούσε για επιθυμίες και να υψώνεται ο άντρας που τις ζούσε. Εκεί είχαν συμβεί όλα, εκεί έπρεπε να τελειώσουν. Έτσι πίστευε. Γύρισε την πλάτη του στο δρόμο, έκλεισε την πόρτα και γύρισε στην κρεβατοκάμαρα του.
Το απόγευμα εκείνης της ζεστής Τρίτης του Ιούλη, η γειτονιά αναστατώθηκε από τις σειρήνες του ασθενοφόρου και της αστυνομίας. Οι αστυνομικοί παραβίασαν την πόρτα της μονοκατοικίας στο νούμερο 10 ύστερα από παράπονα των γειτόνων για έντονη μυρωδιά σήψης και ανησυχία για την τύχη του πενηντάχρονου ιδιοκτήτη. Ο άντρας που τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του ζούσε μόνος, βρέθηκε στο κρεβάτι του σε προχωρημένο στάδιο αποσύνθεσης. Στην αρχή οι αστυνομικοί μίλησαν για κλοπή. Το συρτάρι του κομοδίνου της κρεβατοκάμαρας βρέθηκε ριγμένο στο πάτωμα, περιέργως ένα ζευγάρι αντρικά γυαλιά είχε παραμείνει άθικτο μέσα στο συρτάρι. Τα φύλλα της ντουλάπας, ξεχαρβαλωμένα από τις θέσεις τους, άφηναν τη μυρωδιά της ναφθαλίνης να πλημμυρίζει το σπίτι. Μέσα στη ντουλάπα βρέθηκε ένα καλά διατηρημένο ταγέρ, τυλιγμένο προσεκτικά σε σελοφάν. Οι αστυνομικοί τελικά συμπέραναν πως επρόκειτο για ενδοοικογενειακό καυγά που εξελίχθηκε άσχημα. Οι γείτονες επέμειναν. Οι γονείς του άντρα είχαν πεθάνει χρόνια και ο ίδιος δεν είχε δική του οικογένεια.


