Latest

Eighties. Μια γενιά στη χαραμάδα. [παρτ του!]

Ένας έφηβος στην ελληνική δεκαετία του ‘80. Σχέσεις σαν τραύματα:διαμπερείς. Μύθοι και σημεία αναφοράς. Μια βουτιά στα βαθιά της περασμένης δεκαετίας από έναν αυτόπτη μάρτυρα.

Αδιέξοδο. Κάποιος έπρεπε να φωνάξει. Μιλιά δεν βγήκε. Τι φωνή να βγάλει ένα σκίτσο; Έβγαλε όμως πολλά απωθημένα και δημιούργησε πολλά ερωτηματικά; Ποιος; Μα, βέβαια,η μικρή Μαφάλντα, αυτή η πινελιά αυθάδειας που έθιγε τα κακώς κείμενα και επέμεινε να παραμείνει ένα παιδί που πάντα θα ψάχνει το “γιατί”.

Ενώ ο Μαρκές δεν ρωτούσε τίποτα. Αυτός ανέλαβε να πει το παραμύθι που από καιρό είχαν εγκαταλείψει οι γιαγιάδες. Δεν φώναζε και δεν ρωτούσε, μόνο κάρφωνε τους ήρωες του στο δέντρο των τύψεων τους κι άφηνε τους πλανόδιους θαυματουργούς να ξεγελούν την Ωραία Ρεμέδιος.

Όπως και να’χει, αυτή η γενιά είχε ανάγκη το γλυκό, καθάριο παραμύθι για να αποφύγει τα νοσηρά κατασκευάσματα τους είδους “Hellraiser”, “Εφιάλτης στο δρόμο με τις λεύκες”, εκεί όμως κατέληξε:στην αρρωστημένη εικόνα της παραφιλολογίας. Σαν να μην της ταίριαζε ο Dorian Grey, που σαν κι αυτόν “σκότωνε” την εικόνα της για να μην μεγαλώσει. Ούτε η Ιθάκη της ταίριαζε, το ταξίδι τραβούσε πολύ μακριά και το αποτέλεσμα έμοιαζε αβέβαιο για να κάνει υπομονή, μην ξεχνάμε ότι είναι και η γενιά της ταχύτητας. Έτσι ο Καβάφης, αφού διαβάστηκε, ίσως κι αγαπήθηκε, κατέληξε στο ράφι ως άλλος ένας κλασσικός. Ενώ ο Καρυωτάκης, πυροδότησε την απελπισία και την απόγνωση που έκρυβε το ηφαίστειο της γενιάς αυτής.

Υπήρξαν κι άλλοι που “μίλησαν”, μάγεψαν αυτή τη γενιά, ο Τερζάκης, ο Καζαντζάκης, ο Λουντέμης, ο Χέμινγουει, η Ντυράς-το πιο ρεαλιστικό, ίσως, χαστούκι στο ροδαλό πρόσωπο της δεκαετίας-ο Ράιχ, η Δούκα, η Σωτηρίου, κι αποτέλεσαν τη μαγιά της γνώσης που απαιτείται για να αντιμετωπίσεις το σπίτι, τη δουλειά, το συναίσθημα, τη μοναξιά, τη μοναδικότητα, τη σχέση, το μέλλον.

Το Μέλλον;

Η προηγούμενη γενιά είναι οι σημερινοί γιάπις. Ποιο θα ήταν το μέλλον αυτής της γενιάς; Κανείς δεν ήξερε! Περισσότερο δε, οι ίδιοι. Τα παιδιά που δέχτηκαν πρώτοι τα πυρά της ηλεκτρονικής τεχνολογίας, της δορυφορικής τηλεόρασης, της παγκόσμιας μόδας, η γενιά των “ρευμάτων”, των μουσικών κινημάτων έπεσε θύμα της μόδας. Fashion victim-κατά το αγγλικό-θύμα των περιστάσεων και θύμα γιατί στο μανίκι της έκρυβε κάτι που άρχιζε από Α, μόνο που δεν ήταν ο άσσος αλλά το Aids. Κι η οθόνη του video game έγραψε game over. Έγινε μόδα το προφυλακτικό κι ο Φόβος. Μέχρι που χωνεύτηκε κι αυτό, μέσα απ΄τη ροή των χρόνων, μαζί με τις απουσίες αυτών που παρέμειναν τυφλοί υπηρέτες του πάθους και της αφέλειας τους. Ας είναι…

Ας είναι η γλώσσα που από κοινός τρόπος επικοινωνίας μετέτρεψε ξανά τις βραδιές σε Πύργο της Βαβέλ. Η γλώσσα στη δεκαετία που πέρασε, ενσωμάτωσε όποιο τίτλο, αργκό, χαρακτηρισμό της φάνηκε χρήσιμος για να καταγράψει αυτή η γενιά ό,τι της συνέβαινε…στο περίπου! Δεν ακριβολογούσε ποτέ, έδινε περισσότερο το γενικότερο πλαίσιο αυτών που αναφερόταν, αλλά δεν άγγιζε ποτέ την ουσία αυτών που ήθελε να πει. Κι αυτό είχε, μάλλον, να κάνει με την σχέση που είχε με τον εαυτό της. Γι΄αυτό και άφηνε άλλους να μιλούν γι΄αυτήν, κι ας ήταν ξενόφερτοι κι ας μιλούσαν άλλη γλώσσα. Κι ό,τι είχε να πει συμπυκνωνόταν σε στίχους, σε τίτλους, και εκφραζόταν από καλλιτέχνες-εκφραστές που επένδυσαν στην οργή ή στην ανάγκη για το κάτι διαφορετικό που είχε ανάγκη αυτή η γενιά.

Το διαφορετικό, βέβαια, δεν ήταν κι εύκολο πράγμα. Θέλει κουράγιο και πολύ ψάξιμο, όταν σε κατακλύζουν χιλιάδες κατασκευάσματα που πουλούν την ψυχή τους-γιατί συνήθως τέχνη δεν διαθέτουν-για να γίνουν πέντε λεπτά διάσημοι, όσο περίπου κρατάει ένα video-clip. Όλοι αυτοί που ήρθαν ως Μεσσίες-εκφραστές με καλά φτιασιδωμένο το πρόσωπο από μπόλικο make-up και ακόμη περισσότερο marketing, πόσο Μεσσίες ήταν, αφού πέρασαν, ξεχάστηκαν, σταρ μιας χρήσεως, είδωλα χωρίς αντικατόπτρισμα στον καθρέπτη κι απέμεινε να χάσκει το κενό τους. Έπρεπε να ψάξει αυτή η γενιά για ν΄ακούσει την πίκρα, τη χαρά, τον έρωτα να γίνεται τραγούδι. Κι αναλώθηκε σε fake-ρεμπετάδικα, εγχώριο punk-μαιμού και συναυλίες ανεξάρτητων αλλά εξαρτημένων που αναμασούσαν αποκυήματα καημού άλλων εποχών και αναγκών.

Έστρεψε λοιπόν το κεφάλι πάλι προς τα έξω, όταν άκουσε μια φωνή να περιγράφει:

There’s a club if you’d like to go

you could meet somebody who really loves you

so you go, and you stand on your own

and you leave on your own

and you go home, and you cry

and you want to die.

Μια φωνή που κραύγαζε το κενό της δεκαετίας. Όμως δεν ήταν αρκετό αυτό. Το ερώτημα και η αμφιβολία εκκρεμούσαν: πόσο καθαρά είναι αυτά που βλέπω κι ακούω, τι κρύβεται πίσω από τα μηνύματα που παίρνω;

Δεν παρείχε εγγυήσεις η δεκαετία που πέρασε, αν μη τι άλλο υπήρξε μια λίμνη αμφίβολων και αμφίρροπων μηνυμάτων κι όποιος έψαχνε για κάτι σίγουρο και σταθερό, ένιωσε τουλάχιστον ξεκρέμαστος. Ακόμη κι η εικόνα που λάτρεψε αυτή η γενιά, εξελισσόταν, μεταλλασσόταν πριν ακόμη ξεβάψει το make-up της προηγούμενης. Κι η ψυχή της διψούσε. Γι’ αυτό και απορρόφησε ό,τι της δόθηκε. Δεν είχε φίλτρο. Μόνο διψούσε. Κι έμεινε εκεί, κι άργησε να ξεδιψάσει. Η στέρνα δεν στέρεψε, απλά λίμνασε για λίγο. Έτσι πληρώνει ακόμη τις συνδρομές της στο Ποκ και Ροκ, στο Face, στο Αεροδρόμιο, και τις μνήμες του Mad στην Πλάκα, στα εγχώρια fast-food, ό,τι απέμεινε από την πλατεία Εξαρχείων, τη Make-up της παραλίας, τα fake-ρεμπετάδικα, τις ξεχασμένες κομπανίες, στους άλλοτε αγριεμένους Clash, στο Rock in Athens…

Kι όλα αυτά έχουν γίνει ένα πρόσωπο που κάθε τόσο ξυπνά, θυμάται και νοσταλγεί τη μαγεία που πάει, πέρασε και…πάμε γι΄άλλη. Κι όταν πονάει ή χαίρεται, όταν διψάει ξανά, τώρα πια μπορεί και σιγοτραγουδάει, κι ας ντρέπεται λίγο ακόμη,  ”τα ρούχα που δεν έμαθα να πλένω”.

Ναι, είναι άλλη μια γενιά που ενηλικιώθηκε, κι αυτό δεν είναι fake.

[το κείμενο γράφτηκε το '92, σήμερα η ματιά σ΄αυτή τη δεκαετία θα ήταν, ίσως, αυστηρότερη]

[η δημοσίευση "απαντάει" σ΄αυτό το κείμενο του aerosol ]

Eighties: Μια γενιά στη χαραμάδα. [παρτ ουάν!]

Ένας έφηβος στην ελληνική δεκαετία του ‘80. Σχέσεις σαν τραύματα:διαμπερείς. Μύθοι και σημεία αναφοράς. Μια βουτιά στα βαθιά της περασμένης δεκαετίας από έναν αυτόπτη μάρτυρα.
Μια δεκαετία πίσω. Πίσω μας. Βλέμμα λοξό, με το κεφάλι ελαφρά γυρισμένο πάνω από τους ώμους. Εικόνες, ήχοι, λέξεις ξεπηδούν: το πρώτο εγχώριο ντροπαλό fast food-εν αναμονή του McDonalds- τα πρώτα [...]